meat packer
meat
ˈmit
mit
pa
cker

Ορισμός και σημασία του "meat packer"στα αγγλικά

01

χονδρέμπορος κρέατος, έμπορος χονδρικής στη βιομηχανία συσκευασίας κρέατος

a wholesaler in the meat-packing business 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meat packers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store