Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maze
01
λαβύρινθος, μπλεγμένο δίκτυο μονοπατιών
a confusing network of paths separated by bushes or walls, designed in a way that confuses the people who pass through
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mazes
Παραδείγματα
The maze on the puzzle page was so difficult that it took me a while to finish it.
Ο λαβύρινθος στη σελίδα του παζλ ήταν τόσο δύσκολος που μου πήρε λίγο χρόνο να τον τελειώσω.
02
λαβύρινθος, σύγχυση
something jumbled or confused
Λεξικό Δέντρο
mazy
maze



























