assets
a
ˈæ
ā
ssets
sɛts
sets
assess

Ορισμός και σημασία του "assets"στα αγγλικά

01

περιουσιακά στοιχεία, πλούτος

the total amount of money or properties owned by a company or an individual 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store