Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maxi
01
μία μάξι φούστα, ένα μάξι φόρεμα
a long skirt, dress or coat ending near the ankles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
maxis
maxi
01
maxi, που φτάνει στους αστραγάλους ή στο πάτωμα
extending down to the ankles or floor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maxi
συγκριτικός βαθμός
more maxi
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, fashion, length
LanGeek



























