maxi
Pronunciation
/ˈmæksi/

Ορισμός και σημασία του "maxi"στα αγγλικά

01

μία μάξι φούστα, ένα μάξι φόρεμα

a long skirt, dress or coat ending near the ankles
maxi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maxis
01

maxi, που φτάνει στους αστραγάλους ή στο πάτωμα

extending down to the ankles or floor
maxi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maxi
συγκριτικός βαθμός
more maxi
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store