maw
maw
mɔ:
maw
macaw

Ορισμός και σημασία του "maw"στα αγγλικά

01

στόμα, μάγουλο

informal terms for the mouth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maws
02

στόμα, λαιμός

the mouth, throat, or gullet, particularly of a carnivorous animal 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store