Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maturate
01
ωριμάζω, αναπτύσσομαι
develop and reach maturity; undergo maturation
02
γερνάω, ωριμάζω
grow old or older
03
ωριμάζει και παράγει πύον, πυώδης
ripen and generate pus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
maturates
ενεστώτα μετοχή
maturating
απλός αόριστος
maturated
παθητική μετοχή
maturated
Λεξικό Δέντρο
maturation
maturate
mature



























