Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Education
/mˈæstɚɹ ʌv ˌɛdʒuːkˈeɪʃən/
MEd
Master of Education
01
Μάστερ Εκπαίδευσης, Μαγίστρος Παιδαγωγικών
a postgraduate degree focused on advanced studies in education and pedagogy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Masters of Education
Παραδείγματα
The school principal holds an MEd degree and is known for implementing innovative teaching methods.
Ο διευθυντής του σχολείου κατέχει πτυχίο Master of Education και είναι γνωστός για την εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας.



























