Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Divinity
01
Μαΐστρος Θεολογίας, Διδάκτωρ Θεολογίας
a graduate degree in theology or religious studies preparing individuals for leadership in religious institutions or further academic study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Master of Divinity degrees
Παραδείγματα
John completed his Master of Divinity degree and was ordained as a minister.
Ο Τζον ολοκλήρωσε το Master of Divinity του και χειροτονήθηκε ιερέας.



























