Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Divinity
01
Μαΐστρος Θεολογίας, Διδάκτωρ Θεολογίας
a graduate degree in theology or religious studies preparing individuals for leadership in religious institutions or further academic study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Master of Divinity degrees
Παραδείγματα
Maria's goal is to become a pastor, so she enrolled in an MDiv program focused on pastoral ministry.
Ο στόχος της Μαρίας είναι να γίνει πάστορας, γι' αυτό εγγράφηκε σε ένα πρόγραμμα Master of Divinity εστιασμένο στην ποιμαντική υπηρεσία.



























