master bedroom
mas
mɑ:s
maas
ter
bed
bɛd
bed
room
rum
room

Ορισμός και σημασία του "master bedroom"στα αγγλικά

Master bedroom
01

κύρια κρεβατοκάμαρα, κύριο υπνοδωμάτιο

the largest and most private bedroom in a home, typically for the homeowners 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
master bedrooms
Παραδείγματα
The master bedroom in their new home has a large walk-in closet and a spacious en-suite bathroom. 

Το κύριο υπνοδωμάτιο στο νέο τους σπίτι διαθέτει μια μεγάλη ντουλάπα και ένα ευρύχωρο μπάνιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store