Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mast cell
01
μαστοκύτταρο, κύτταρο μαστοκύτταρο
a type of immune cell that releases chemical mediators involved in allergic reactions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mast cells
LanGeek



























