Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
martial
01
πολεμικός
(of people) demonstrating the ideals of traditional masculinity, like courage, strength, and force of will
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most martial
συγκριτικός βαθμός
more martial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The aged warrior still displayed great martial vigor and fighting spirit.
Ο ηλικιωμένος πολεμιστής εξακολουθούσε να επιδεικνύει μεγάλη πολεμική ενέργεια και πνεύμα μάχης.
02
πολεμικός, στρατιωτικός
related to war or the armed forces
Παραδείγματα
We studied various martial strategies and tactics used throughout history.
Μελετήσαμε διάφορες στρατιωτικές στρατηγικές και τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την ιστορία.
03
πολεμικός, στρατιωτικός
suggesting war or military life
Martial
01
Μαρτιάλης, Μάρκος Βαλέριος Μαρτιάλης
Roman poet noted for epigrams (first century BC)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο



























