Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mare
01
φοράδα, αλογίνα
an adult female equine, especially a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mares
02
σεληνιακή θάλασσα, mare σεληνιακό
a dark region of considerable extent on the surface of the moon



























