Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manque
01
αποτυχημένος
describing someone who has failed to have the specific job that they wished for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most manque
συγκριτικός βαθμός
more manque
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
career, aspiration, status
LanGeek



























