Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manhood
01
ανδρεία, ανδρικές ιδιότητες
the state of being a man; manly qualities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
manhood
θηλυκό ενικό
womanhood
neutral form
adulthood
02
ανδρεία, ενηλικίωση του άνδρα
the state or condition of being an adult male
Παραδείγματα
He entered manhood with new responsibilities.
Μπήκε στην ενηλικίωση με νέες ευθύνες.
03
ανθρωπιά, ανθρώπινη κατάσταση
the quality of being human
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
manhood
man



























