manhood
Pronunciation
/ˈmænˌhʊd/

Ορισμός και σημασία του "manhood"στα αγγλικά

01

ανδρεία, ανδρικές ιδιότητες

the state of being a man; manly qualities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανδρεία, ενηλικίωση του άνδρα

the state or condition of being an adult male
Παραδείγματα
Stories often explore the challenges of growing into manhood.
Οι ιστορίες συχνά εξερευνούν τις προκλήσεις της ενηλικίωσης σε ανδρισμό.
03

ανθρωπιά, ανθρώπινη κατάσταση

the quality of being human
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store