malted
mal
ˈmɔl
mawl
ted
təd
tēd
/mˈɒltɪd/

Ορισμός και σημασία του "malted"στα αγγλικά

01

βύνης, μιλκσέικ με σκόνη βύνης

a milkshake made with malt powder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malteds
01

βυνοποιημένος, μετατραπείς σε βύνη

of grain that has been converted into malt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store