Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malted
01
βύνης, μιλκσέικ με σκόνη βύνης
a milkshake made with malt powder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malteds
malted
01
βυνοποιημένος, μετατραπείς σε βύνη
of grain that has been converted into malt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























