Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malt
01
βύνης, ουίσκι βύνης
a type of whiskey made only from malted barley, which is of high quality
02
βύνης, βυνημένο κριθάρι
a cereal grain (usually barley) that is kiln-dried after having been germinated by soaking in water; used especially in brewing and distilling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malts
03
βύνης, μιλκσέικ με σκόνη βύνης
a milkshake made with malt powder
to malt
01
μετατρέπω σε βύνη, βυνίζω
convert into malt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malt
γ΄ ενικό πρόσωπο
malts
ενεστώτα μετοχή
malting
απλός αόριστος
malted
παθητική μετοχή
malted
02
μετατρέπω σε βύνη, γίνομαι βύνη
turn into malt, become malt
03
μετατρέπω σε βύνη, βυνοποιώ
convert grain into malt
04
επεξεργασία με βύνη, επεξεργασία με εκχύλισμα βύνης
treat with malt or malt extract



























