Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malnourished
01
δυσθρεμμένος, υποσιτισμένος
affected by a lack of proper nutrition, resulting in inadequate nourishment for overall well-being
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malnourished
συγκριτικός βαθμός
more malnourished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Malnourished children are vulnerable to infections due to weakened immune systems.
Τα δυσθρεμμένα παιδιά είναι ευάλωτα σε λοιμώξεις λόγω εξασθενημένου ανοσοποιητικού συστήματος.
Λεξικό Δέντρο
malnourished
malnourish



























