to make good
make
meɪk
μεικ
good
gʊd
γκουντ

Ορισμός και σημασία του "make good"στα αγγλικά

to make good
01

εκπληρώνω την υπόσχεση, ενεργώ όπως υποσχέθηκα

act as promised 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
good
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make good
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes good
ενεστώτα μετοχή
making good
απλός αόριστος
made good
παθητική μετοχή
made good
to make good
01

to become extremely wealthy and successful 

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store