Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make good
01
εκπληρώνω την υπόσχεση, ενεργώ όπως υποσχέθηκα
act as promised
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
good
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make good
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes good
ενεστώτα μετοχή
making good
απλός αόριστος
made good
παθητική μετοχή
made good
to make good
01
to become extremely wealthy and successful
LanGeek



























