to make full
make
meɪk
meik
full
fʊl
fool

Ορισμός και σημασία του "make full"στα αγγλικά

to make full
01

γεμίζω, ικανοποιώ

make full, also in a metaphorical sense 
to make full definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
full
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make full
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes full
ενεστώτα μετοχή
making full
απλός αόριστος
made full
παθητική μετοχή
made full

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store