Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make full
01
γεμίζω, ικανοποιώ
make full, also in a metaphorical sense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
full
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make full
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes full
ενεστώτα μετοχή
making full
απλός αόριστος
made full
παθητική μετοχή
made full



























