make full
make
meɪk
μεικ
full
fʊl
φουλ
/mˌeɪk fˈʊl/

Ορισμός και σημασία του "make full"στα αγγλικά

to make full
01

γεμίζω, ικανοποιώ

make full, also in a metaphorical sense
to make full definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
full
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make full
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes full
ενεστώτα μετοχή
making full
απλός αόριστος
made full
παθητική μετοχή
made full
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store