Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Macrame
01
μακραμέ, τέχνη του μακραμέ
a fiber art technique that involves knotting cords or ropes together in various patterns and designs to create decorative and functional objects such as wall hangings, plant hangers, and jewelry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
macrames
to macrame
01
φτιάχνω μακραμέ, δημιουργώ σχέδια με κόμπους
make knotted patterns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
macrame
γ΄ ενικό πρόσωπο
macrames
ενεστώτα μετοχή
macrameing
απλός αόριστος
macramed
παθητική μετοχή
macramed



























