Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mackintosh
01
αδιάβροχο, mackintosh
a long coat made of rubberized cotton that is water-resistant and keeps one dry under the rain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mackintoshes
02
mackintosh, ελαφρύ αδιάβροχο ύφασμα
a lightweight waterproof (usually rubberized) fabric



























