Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
academic
01
ακαδημαϊκός, πανεπιστημιακός
related to education, particularly higher education
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Pursuing an academic degree requires dedication to studying and researching a specific subject area.
Η επιδίωξη ενός ακαδημαϊκού πτυχίου απαιτεί αφοσίωση στη μελέτη και την έρευνα ενός συγκεκριμένου θεματικού πεδίου.
02
ακαδημαϊκός, θεωρητικός
hypothetical or theoretical and not expected to produce an immediate or practical result
03
ακαδημαϊκός, περιττολόγος
marked by a narrow focus on or display of learning especially its trivial aspects
04
μορφωμένος, λόγιος
good at learning, studying, and subjects that involve reading
Παραδείγματα
He is very academic and enjoys studying history.
Είναι πολύ ακαδημαϊκός και απολαμβάνει να μελετά ιστορία.
Academic
01
ακαδημαϊκός, μέλος πανεπιστημιακού προσωπικού
a member of the university faculty engaged in teaching or research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
academics
Παραδείγματα
The academics gathered at the conference to discuss the latest developments in their fields.
Οι ακαδημαϊκοί συγκεντρώθηκαν στο συνέδριο για να συζητήσουν τις τελευταίες εξελίξεις στους τομείς τους.
Λεξικό Δέντρο
academic
academe



























