lymph vessel
lymph
ˈlɪmf
limf
ve
ve
ssel
səl
sēl

Ορισμός και σημασία του "lymph vessel"στα αγγλικά

01

λεμφαγγείο, λεμφαγωγός

a thin-walled tube that carries lymph, a clear fluid containing immune cells and waste products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lymph vessels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store