Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look to
01
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to rely on someone or something for guidance, support, or assistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look to
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks to
ενεστώτα μετοχή
looking to
απλός αόριστος
looked to
παθητική μετοχή
looked to
Παραδείγματα
As the team captain, we look to you for guidance and leadership.
Ως αρχηγός της ομάδας, βασιζόμαστε σε εσάς για καθοδήγηση και ηγεσία.
02
ανυπομονώ για, λαχταρώ
to anticipate or desire the occurrence of something, often with optimism and hope
Παραδείγματα
I look to the future with optimism and excitement.
Κοιτάζω προς το μέλλον με αισιοδοξία και ενθουσιασμό.
03
επικεντρώνομαι σε, δίνω προσοχή σε
to pay attention to something with the goal of making improvements
Παραδείγματα
The coach advised the team to look to their strategies to overcome challenges in the upcoming match.
Ο προπονητής συμβούλεψε την ομάδα να εξετάσει τις στρατηγικές τους για να ξεπεράσει τις προκλήσεις στον επερχόμενο αγώνα.
04
εξετάζω, διερευνώ
to consider and explore ways to make something better or more effective
Παραδείγματα
The team decided to look to innovative technologies for improving efficiency in their workflow.
Η ομάδα αποφάσισε να κοιτάξει προς τις καινοτόμες τεχνολογίες για τη βελτίωση της αποδοτικότητας στη ροή εργασίας τους.



























