Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look down on
[phrase form: look]
01
περιφρονώ, κοιτάω από ψηλά
to regard someone or something as inferior or unworthy of respect or consideration
Transitive: to look down on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks down on
ενεστώτα μετοχή
looking down on
απλός αόριστος
looked down on
παθητική μετοχή
looked down on
Παραδείγματα
The arrogant aristocrat looked down on the common people.
Ο αλαζονικός αριστοκράτης κοίταζε με περιφρόνηση τους απλούς ανθρώπους.



























