Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look down on
01
περιφρονώ, κοιτάω από ψηλά
to regard someone or something as inferior or unworthy of respect or consideration
Transitive: to look down on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks down on
ενεστώτα μετοχή
looking down on
απλός αόριστος
looked down on
παθητική μετοχή
looked down on
Παραδείγματα
I will not let anyone look down on me because of my background.
Δεν θα αφήσω κανέναν να με περιφρονεί λόγω του παρελθόντος μου.



























