Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look after
[phrase form: look]
01
φροντίζω, περιποιούμαι
to take care of someone or something and attend to their needs, well-being, or safety
Transitive: to look after sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look after
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks after
ενεστώτα μετοχή
looking after
απλός αόριστος
looked after
παθητική μετοχή
looked after
Παραδείγματα
The company looks after its employees by providing them with a safe and healthy work environment.
Η εταιρεία φροντίζει τους υπαλλήλους της παρέχοντάς τους ένα ασφαλές και υγιεινό εργασιακό περιβάλλον.
02
φροντίζω, περιποιούμαι
to be responsible for someone or something
Transitive: to look after sth
Παραδείγματα
The lawyer is looking after my divorce case.
Ο δικηγόρος φροντίζει την υπόθεση διαζυγίου μου.



























