Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
long-horned grasshopper
/lˈɑːŋhˈɔːɹnd ɡɹˈæshɑːpɚ/
Long-horned grasshopper
01
μακρύκερος ακρίδας, γρύλος με μακριές κεραίες
an insect characterized by its elongated and slender antennae which resemble horns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
long-horned grasshoppers



























