to log in
log
lɒg
log
in
ɪn
in
login
log on

Ορισμός και σημασία του "log in"στα αγγλικά

to log in
01

συνδέομαι, εισέρχομαι

to start using a computer system, online account, or application by doing particular actions 
Intransitive
to log in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
log
ενεστώτας
log in
γ΄ ενικό πρόσωπο
logs in
ενεστώτα μετοχή
logging in
απλός αόριστος
logged in
παθητική μετοχή
logged in
Παραδείγματα
You need to log in to your bank account to transfer money. 

Πρέπει να συνδεθείτε στον τραπεζικό σας λογαριασμό για να μεταφέρετε χρήματα.

02

συνδέομαι, συνδέω

to permit someone access to a computer system, online account, or application 
Transitive: to log in sb
Παραδείγματα
The IT administrator logged in the new employee to their work computer. 

Ο διαχειριστής IT συνδέθηκε τον νέο υπάλληλο στον υπολογιστή εργασίας τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store