Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Local post office
01
τοπικό ταχυδρομείο, ταχυδρομικό γραφείο της περιοχής
a local branch where postal services are available
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
local post offices



























