lobule
lo
ˈlɒ
lo
bule
bju:l
byool
locule

Ορισμός και σημασία του "lobule"στα αγγλικά

01

λωβίο, λοβός του αυτιού

the soft, fleshy lower part of the external ear, often referred to as the earlobe 
lobule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lobules
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store