Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Living-room
01
σαλόνι, καθιστικό
a room in a private house or establishment where people can sit and talk and relax
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
living-rooms



























