Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live up to
01
ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες, ανταποκρίνομαι στη φήμη
to fulfill expectations or standards set by oneself or others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives up to
ενεστώτα μετοχή
living up to
απλός αόριστος
lived up to
παθητική μετοχή
lived up to
Παραδείγματα
The athlete lived up to his reputation as a champion, delivering a stunning performance that captivated the audience.
Ο αθλητής ανταποκρίθηκε στη φήμη του ως πρωταθλητής, προσφέροντας μια εντυπωσιακή απόδοση που γοήτευσε το κοινό.



























