Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live up to
[phrase form: live]
01
ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες, ανταποκρίνομαι στη φήμη
to fulfill expectations or standards set by oneself or others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives up to
ενεστώτα μετοχή
living up to
απλός αόριστος
lived up to
παθητική μετοχή
lived up to
Παραδείγματα
The new restaurant had a lot of hype, but it truly lived up to our expectations with its delicious cuisine.
Το νέο εστιατόριο είχε πολύ ντόρο, αλλά πραγματικά ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μας με την νόστιμη κουζίνα του.



























