Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live in
01
ζω στη θέση, κατοικώ στη θέση
to reside at the place where one works or studies, usually in provided accommodation on the premises
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives in
ενεστώτα μετοχή
living in
απλός αόριστος
lived in
παθητική μετοχή
lived in



























