live in
live
laɪv
λαιβ
in
ɪn
ιν
/lˈaɪv ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "live in"στα αγγλικά

to live in
01

ζω στη θέση, κατοικώ στη θέση

to reside at the place where one works or studies, usually in provided accommodation on the premises
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives in
ενεστώτα μετοχή
living in
απλός αόριστος
lived in
παθητική μετοχή
lived in
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store