artistic
ar
ɑ:
aa
tis
ˈtɪs
tis
tic
tɪk
tik
sadisticmonisticholisticpapistic

Ορισμός και σημασία του "artistic"στα αγγλικά

01

καλλιτεχνικός

involving artists or their work 
artistic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most artistic
συγκριτικός βαθμός
more artistic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artistic expression of the painting captured the beauty of nature. 

Η καλλιτεχνική έκφραση του πίνακα απέδωσε την ομορφιά της φύσης.

02

καλλιτεχνικός, δημιουργικός

having or showing creativity and skill in the arts 
Παραδείγματα
Both of my kids are very artistic and love to paint. 

Και τα δύο παιδιά μου είναι πολύ καλλιτεχνικά και αγαπούν να ζωγραφίζουν.

03

καλλιτεχνικός, αισθητικός

pleasing or attractive in appearance 
Παραδείγματα
The garden was particularly artistic in its layout. 

Ο κήπος ήταν ιδιαίτερα καλλιτεχνικός στη διάταξή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store