artistic
ar
ɑr
αρ
tis
ˈtɪs
τισ
tic
tɪk
τικ
/ɑːtˈɪstɪk/

Ορισμός και σημασία του "artistic"στα αγγλικά

01

καλλιτεχνικός

involving artists or their work
artistic definition and meaning
Παραδείγματα
The museum featured an exhibition of artistic masterpieces from renowned painters.
Το μουσείο φιλοξένησε μια έκθεση καλλιτεχνικών αριστουργημάτων από διάσημους ζωγράφους.
02

καλλιτεχνικός, δημιουργικός

having or showing creativity and skill in the arts
Παραδείγματα
She 's an artistic soul with a passion for crafting unique jewelry.
Είναι μια καλλιτεχνική ψυχή με πάθος για τη δημιουργία μοναδικών κοσμημάτων.
03

καλλιτεχνικός, αισθητικός

pleasing or attractive in appearance
Παραδείγματα
The poster had an artistic design that caught the eye.
Η αφίσα είχε ένα καλλιτεχνικό σχέδιο που τράβηξε το βλέμμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store