Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lip balm
01
μπαλζάμ χειλιών, κραγιόν για τα χείλη
a wax-like substance that is used on the lips to remedy cracked or dry lips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lip balms
LanGeek



























