lip balm
lip
lɪp
λιπ
balm
bɑ:m
μπαμ
/lˈɪp bˈɑːm/

Ορισμός και σημασία του "lip balm"στα αγγλικά

01

μπαλζάμ χειλιών, κραγιόν για τα χείλη

a wax-like substance that is used on the lips to remedy cracked or dry lips
lip balm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lip balms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store