Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
artificial pacemaker
/ˌɑːɹɾɪfˈɪʃəl pˈeɪsmeɪkɚ/
Artificial pacemaker
01
τεχνητός βηματοδότης, τεχνητός καρδιακός βηματοδότης
an implanted electronic device that takes over the function of the natural cardiac pacemaker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
artificial pacemakers



























