likelihood
like
ˈlaɪk
laik
li
li
li
hood
hʊd
hood
livelihood

Ορισμός και σημασία του "likelihood"στα αγγλικά

01

πιθανότητα, ενδεχόμενο

the probability or chance of something occurring 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
There is a high likelihood of rain this afternoon, based on the forecast and the current cloud cover. 

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα βροχής σήμερα το απόγευμα, με βάση την πρόγνωση και την τρέχουσα κάλυψη από σύννεφα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store