Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Likelihood
01
πιθανότητα, ενδεχόμενο
the probability or chance of something occurring
Παραδείγματα
Despite the likelihood of encountering challenges along the way, they remained optimistic about reaching their goal.
Παρά την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν προκλήσεις στο δρόμο, παρέμειναν αισιόδοξοι για την επίτευξη του στόχου τους.
Λεξικό Δέντρο
unlikelihood
likelihood



























