Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Light cream
01
ελαφριά κρέμα
cream that has at least 18% butterfat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
light creams
LanGeek



























