Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifebuoy
01
σωσίβιο, ζωήσωστρα
a floating device used to help save a person who is drowning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifebuoys



























