lieutenant general
lieu
lju:
lyoo
te
te
nant
nənt
nēnt
ge
ʤɛ
je
ne
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "lieutenant general"στα αγγλικά

Lieutenant general
01

αντιστράτηγος, στρατηγός

a high-ranking officer in the army or air force, above a major general and below a full general 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lieutenant generals
Παραδείγματα
The lieutenant general planned the troop movements. 

Ο αντιστράτηγος σχεδίασε τις κινήσεις των στρατευμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store