to let in
let
lɛt
let
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "let in"στα αγγλικά

to let in
01

αφήνω να μπει, επιτρέπω την είσοδο

to let something or someone enter a place 
Transitive: to let in sb/sth
to let in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let in
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets in
ενεστώτα μετοχή
letting in
απλός αόριστος
let in
παθητική μετοχή
let in
Παραδείγματα
I forgot my keys and had to wait for my roommate to let me in. 

Ξέχασα τα κλειδιά μου και έπρεπε να περιμένω τον συγκάτοικό μου να με αφήσει να μπω.

02

αφήνω να μπει, επιτρέπω τη διέλευση

to permit the passage of water, air, or light through a hole or opening in something 
Transitive: to let in water, air, or light
Παραδείγματα
The leaky roof let in the rain, causing water damage to the ceiling and walls. 

Η στάξιμο της στέγης επέτρεψε στη βροχή να εισέλθει, προκαλώντας ζημιές από νερό στην οροφή και τους τοίχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store