Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leptospirosis
01
λεπτοσπείρωση, λοίμωξη από λεπτοσπείρες
a bacterial infection transmitted through contact with contaminated water or soil, causing flu-like symptoms and potentially severe complications
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Vaccines for leptospirosis exist and may be recommended in specific high-risk situations.
Υπάρχουν εμβόλια για τη λεπτοσπείρωση και μπορεί να συνιστώνται σε συγκεκριμένες καταστάσεις υψηλού κινδύνου.



























