lens maker
lens
ˈlɛnz
λενζ
ma
meɪ
μει
ker
kər
καρ
/lˈɛnz mˈeɪkə/

Ορισμός και σημασία του "lens maker"στα αγγλικά

01

κατασκευαστής φακών, οπτικός

a worker who makes glasses for remedying defects of vision
lens maker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lens makers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store