Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lemur
01
λέμουρος, μάκι
a large-eyed primate with a pointed snout and long ringed tail that is originally from the island of Madagascar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lemurs
LanGeek



























