lemon juice
le
ˈlɛ
le
mon
mən
mēn
juice
ʤu:s
joos
/lˈɛmən dʒˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "lemon juice"στα αγγλικά

01

χυμός λεμονιού

usually freshly squeezed juice of lemons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store