lemon drop
le
ˈlɛ
le
mon
mən
mēn
drop
drɒp
drop

Ορισμός και σημασία του "lemon drop"στα αγγλικά

01

καραμέλα λεμονιού, σκληρή καραμέλα με γεύση λεμόνι και συχνά επικαλυμμένη με ζάχαρη

a type of hard candy that is flavored with lemon and often coated with sugar 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lemon drops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store