Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leisurewear
01
ρούχα αναψυχής, casual ρούχα
casual clothing designed to be worn while relaxing or playing sports
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leisurewears
Λεξικό Δέντρο
leisurewear
leisure
wear



























